Τα ομορφότερα και πολυτιμότερα δώρα της ζωής μου
Ξύπνησα από τον βαρύ ύπνο την ώρα που ο γιατρός μου έβαζε τις τελευταίες βελονιές στην κοιλιά μου.
Φώναζα (ή μάλλον νόμιζα ότι φώναζα γιατί είχα ακόμα τον αναρροφητήρα στο στόμα μου) και τα δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια μου. Ρωτούσα για τα μωρά μου, δεν άκουγα κλάμα, δεν άκουγα τίποτα! Η μαία μου χάιδεψε το κεφάλι και μου είπε ότι τα μωρά μου είναι καλά αλλά έχουν πάει στην μονάδα.
Δεν μου είπαν τίποτα άλλο και με πήγαν στην ανάνηψη. Έπιασα την κοιλιά μου και ξαφνικά ένιωσα τόσο κενή… Τα δάκρυα συνέχισαν να τρέχουν στα μάτια μου, αυτή τη φορά ανεξέλεγκτα. Δεν είχα τα μωρά μου ούτε στην κοιλιά μου, ούτε στην αγκαλιά μου. Αφού πέρασαν κάποιες (πολλές!) ώρες, άκουσα το όνομα μου, είδα τον γνωστό τραυματιοφορέα και πήρα τον δρόμο για το δωμάτιο μου.
Ξαφνικά η είσοδος των χειρουργείων γέμισε γνώριμες χαρούμενες φάτσες, γλάστρες, μπαλόνια! Η οικογένεια μου, οι φίλοι μας, ήταν όλοι εκεί! Κάπου στο κόσμο διέκρινα τον καλό μου να χαμογελάει και την μαμά μου, με δάκρυα στα μάτια. Με ανέβασαν στο δωμάτιο όπου είδα για πρώτη φορά τα παιδιά μου…σε φωτογραφία στο κινητό του καλού μου. Έμαθα ότι τα πράγματα ήταν τόσο σοβαρά που ο γιατρός δεν διακινδύνεψε καν να χάσει χρόνο για να πάρει βλαστοκύτταρα γιατί τα μωρά μου είχαν πολύ χαμηλούς παλμούς και φοβόταν ότι θα τους χάσουμε…
Τους είδα πρώτη φορά, την επόμενη μέρα το πρωί. Με κατέβασαν στην μονάδα και δεν ήξερα ποια είναι τα παιδιά μου. Με άφησαν να τους δω 5 λεπτά. Δεν πίστευα ότι είναι δικά μου αυτά τα δύο πλασματάκια που κοιμόντουσαν νωχελικά στις θερμοκοιτίδες. Κάτι δαχτυλάκια εύθραυστα, κάτι πατουσάκια όσο το μικρό μου δάχτυλο. Τους κοιτούσα και τους ξανακοιτούσα και δεν πίστευα ότι αυτά είναι τα μωράκια που τόσο καιρό κλοτσούσαν στην κοιλιά μου.
Ήθελα να τα πάρω στην αγκαλιά μου να τα σφίξω, όμως δεν με άφησαν. Τους μιλούσα έξω από την θερμοκοιτίδα, τους έλεγα ότι η μαμά τους είναι εκεί, δεν ήθελα να νομίζουν ότι τα παράτησα.
